"Χίμαιρα"

 

Embed or link this publication

Description

"Χίμαιρα", κείμενα λογοτεχνικής κριτικής, πρώτο τεύχος. Εκτενές αφιέρωμα και πρώτες προσεγγίσεις στο έργο τού Κωνσταντίνου Καβάφη, ανέκδοτη ποίηση, μελέτες. Με τήν επιμέλεια τού Μάνου Τασάκου.

Popular Pages


p. 1

χίμαιρα Ω Θεέ, ω Αφροδίτη, Ω Ερμή, των κλεφτών προστάτη, δώστε μου μετά από χρόνια σαν θελήσω, σαν ικετεύσω, ένα μικρό καπνοπωλείο, με τα μικρά γυαλιστερά κουτιά του πάνω στα ράφια με τάξη στοιβαγμένα και τον χύμα αρωματικό καπνό και τον ψιλοκομμένο, και τον ξανθό καπνό απ’ τη Βιρτζίνια χύμα μέσα στις φωτεινές τις γυάλες, και μία πλάστιγγα όχι και τόσο λιγδιασμένη, και τις πουτάνες να περνούν για κουβεντούλα, έτσι για λίγη πάρλα, και να σουλουπώσουν λίγο τα μαλλιά τους. 1 Ω Θεέ, Ω Αφροδίτη, Ω Ερμή, των κλεφτών προστάτη, χαρίστε μου ένα μικρό καπνοπωλείο, ή βάλτε με σε όποιο επάγγελμα και να ’ναι πέρα από τούτο το καταραμένο επάγγελμα του ποιητή όπου το μυαλό χρειάζεται να δουλεύει ασταμάτητα. 1

[close]

p. 2

χίμαιρα 1 Κριτικά κείμενα για τήν λογοτεχνία ISSN: 2459-3486 Διατίθεται ελεύθερα στο διαδίκτυο. Τα πνευματικά δικαιώματα των κειμένων ανήκουν σε όσους τα υπογράφουν με πραγματικό όνομα ή ψευδώνυμο. Φωτογραφίες και σκίτσα υπάγονται στο καθεστώς creative commons, όπου υφίσταται διαφορετική άδεια χρήσης αναφέρεται ρητά. Όλες οι συνεργασίες είναι εθελοντικές και για την χρήση τους δεν καταβάλλεται οικονομική ή άλλη αμοιβή. Τακτικοί συνεργάτες Μάνος Τασάκος, Γιώργος Καρύπης, Άννα Καραντώνη, Έλλη Παναγιώτου, Τάκης Δελής, Simone Brousseau, Αντιγόνη Ηλιάδη, Κωστής Δημητρίου, Άρης Πολίτης, Ελένη Καραδήμα, Στράτος Κοντόπουλος, Χρήστος Γρηγοριάδης, Ελένη Μοσχοπούλου Έκτακτες συνεργασίες τεύχους Ντέμης Κωνσταντινίδης, Χρήστος Τουμανίδης, Φωτεινή Ναούμ, Σίμος Ανδρονίδης, Στράτος Κ., Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου, Νίκος Παπαδόπουλος, Γιώργος Σκαγιάκος, Μιχάλης Ραδηνός Οργάνωση και επιμέλεια κειμένων Χρήστος Γρηγοριάδης, Ελένη Μοσχοπούλου, Simone Brousseau Ιστοσελίδα: himaira.com Επιστολές και συνεργασίες στο tasakos@gmx.com Η «χίμαιρα» στο facebook: https://www.facebook.com/tasakistes/ PayPal ID για κατάθεση δωρεών: grjournalists@yahoo.com Ιστοσελίδα Μάνου Τασάκου: tasakos.com (Το ποίημα στο εξώφυλλο είναι του Ezra Pound σε μετάφραση Γιάννη Λειβαδά) 2

[close]

p. 3

χίμαιρα περιεχόμενα Λογοτεχνία, αειθαλής και αειπάρθενος (εισαγωγικό σημείωμα), Μ.Τασάκος(σ.6) Ποίηση, Μιχάλης Ραδηνός(σ.9) Για τις σχολές δημιουργικής γραφής, Άννα Καραντώνη(σ.10) 1 Μικρό εισαγωγικό σε τρία ποιήματα του Τάκη Παπατζώνη, Αντιγόνη Ηλιάδη(σ.16) Ιδού ένα πρωτότυπο ερώτημα: τι είναι ποίηση; Πρώτο μέρος, Μ.Τασάκος(σ.24) Ιδού ένα πρωτότυπο ερώτημα: τι είναι ποίηση; Δεύτερο μέρος, Μ.Τασάκος(σ.33) Ο εαυτός μου, για κάποιες χιλιάδες αντίτυπα, Φωτεινή Ναούμ(σ.39) Από την βιβλιοθήκη φετίχ, στην βιβλιοθήκη νησί, Κωστής Δημητρίου(σ.42) Ο δικός μου Εμπειρίκος, Νίκος Παπαδόπουλος(σ.45) Για τον Ρένο Η. Αποστολίδη, Έλλη Παναγιώτου(σ.49) Μέρες, Ντέμης Κωνσταντινίδης(σ.54) Μιχάλης Ραδηνός: Μία συνομιλία βαδίζοντας στην Ευριπίδου, Ελένη Καραδήμα(σ.55) Ο ντεντέκτιβ, Δημήτρης Χατζής(σ.63) Θέλω να γνωρίσω όλους αυτούς πού σκύβουν, Γιάννης Αγγελάκας(σ.75) Ποίημα, Φαίδρα Παγουλάτου-Ζαμπαθά(σ.75) Μάστορες και νεομάστορες, Ντέμης Κωνσταντινίδης(σ.76) Τι άλλο θα μπορούσα να είμαι, Ντέμης Κωνσταντινίδης(σ.78) Επιστροφή, Νικηφόρος Βρεττάκος(σ.78) Απόσπασμα ποίημα, Γ. Λευκαδίτης(σ.78) Το Ιαπωνικό Χαϊκού και η Ελληνική εκδοχή του, Χρήστος Τουμανίδης(σ.79) Η ποιητική της μεταπολίτευσης, Γιώργος Καρύπης(σ.88) 3

[close]

p. 4

Ποίημα, Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου(σ.95) Pablo Neruda, «Να ξυπνήσει ο ξυλοκόπος», Σίμος Ανδρονίδης(σ.96) Δεν ήρθαν, Κώστας Μόντης(σ.100) Άτιτλο, ποίημα, Κώστας Μόντης(σ.100) Τα σκουλήκια προς τον άνθρωπο, Κώστας Μόντης(σ.100) Αι γενεαί αι πάσαι…, Τάκης Δελής(σ.101) Της επανάστασης, Στράτος Κ.(σ.109) Ασπρόμαυρη φωτογραφία σε παλιά κορνίζα, Γιώργος Σκαγιάκος(σ.110) Άτιτλο, ποίημα, Ντέμης Κωνσταντινίδης(σ.115) Το λυπημένο τραγούδι της νιότης μου, Νικηφόρος Βρεττάκος(σ.116) Για την αυτοέκδοση, Άννα Καραντώνη(σ.117) Αθωότης, Μιχάλης Ραδηνός(σ.121) Ο λόγος του Ιορδάνη σε τουρίστες της Ακροπόλεως, Μιχάλης Ραδηνός(σ.122) Περί λογοτεχνικών διαγ-κ-ωνισμών, Στράτος Κοντόπουλος(σ.124) Απόσπασμα, ποίημα, Μ. Λυγίζος(σ.128) Η σφαίρα της Πρέβεζας ακόμη ταξιδεύει, Μ.Τασάκος(σ.129) Την αγκαλιά σου, Αθήνα, άνοιξε, Χρήστος Τουμανίδης(σ.139) Η νέα (ξύλινη) λογοτεχνική γλώσσα, ο νέος (ξύλινος) κριτικός λόγος, Τάκης Δελής(σ.140) Ο πειρασμός, Διονύσιος Σολωμός(σ.150) Αποστασία, Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου(σ.151) Κι όμως την αγαπούμε, απόσπασμα, Γιώργος Σαραντής(σ.151) Δειλοί, μοιραίοι κι’ άβουλοι αντάμα…, Μ.Τασάκος(σ.152) Ο ευγενής Γεράσιμος, Νίκος Ζαρίφης(σ.161) Κωνσταντίνος Καβάφης του Πέτρου, στοχασμοί .., Μέρος πρώτο, Μ.Τασάκος(σ.162) Κωνσταντίνος Καβάφης του Πέτρου, στοχασμοί .., Μέρος δεύτερο, Μ.Τασάκος(σ.191) Κωνσταντίνος Καβάφης του Πέτρου, στοχασμοί .., Μέρος τρίτο, Μ.Τασάκος(σ.214) Το άνθος, Άλεκ Σχινάς(σ.237) 4

[close]

p. 5

Ποίημα, Φαίδων Πολίτης(σ.239) Ο μύθος της ρόζ λογοτεχνίας, Συλλογικό(σ.240) Μετρό, (Rene Crevel)(σ.249) Κάργκα, Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου(σ.249) Μικρά χιμαιρικά, συλλογικό(σ.251) Λίγες οδηγίες και κανόνες για το επόμενο τεύχος, Χρήστος Γρηγοριάδης(σ.255) Ευχαριστίες, συλλογικό(σ.255) Βιογραφικά σημειώματα (σ.256) Ας υποθέσωμε ότι.., («Οι λεοπαρδάλεις» του Φαίδρου Μπαρλά)-(σ.259) 5

[close]

p. 6

Λογοτεχνία, αειθαλής και αειπάρθενος.. τού Μ.Τασάκου Σήκω ψυχή μου, δώσε ρεύμα Βάλε στα ρούχα σου φωτιά Βάλε στα όργανα φωτιά Να τιναχτεί σαν μαύρο πνεύμα Η τρομερή μας η λαλιά… Η (Διονύσης Σαββόπουλος, στίχοι και μουσική) μάχη για την γνήσια λογοτεχνία, εκείνη που (εκ)-παιδεύει και μεταμορφώνει, είναι πάντοτε μια μάχη χαρακωμάτων, με όπλα κάπως πρωτόγονα. Η τέχνη, ιδιαίτερα στην Ελλάδα, στάθηκε πάντοτε υπόθεση πνευματικών μειονοτήτων και η υπεράσπισή της ταυτίστηκε με ανθρώπους μοναχικούς, κάποτε απομονωμένους, πικραμένους και εν πολλοίς αιρετικούς. Για όσο διάστημα βεβαίως η κοινωνία είχε μια κάποια συνοχή, ακόμη και αυτές οι νησίδες αποκτούσαν κάποτε εμβέλεια, επιρροή ή έστω σιωπηλή παραδοχή της αξίας τους ή τής αναγκαιότητάς τους. Η αξιολόγηση επίσης του ποιητικού και πεζογραφικού έργου διατηρούσε, έστω και με προβλήματα, τους ποιοτικούς διαχωρισμούς και τα κριτήρια της – η κακή λογοτεχνία, (δηλαδή η μη λογοτεχνία), σπάνια κατόρθωνε να εμφανισθεί σαν γνήσια, ακόμη και όταν χρησιμοποιούσε ευτελή μέσα μεταμφίεσης για να καλύψει τη ρηχότητά της. Ωραία, θα διαπιστώσει κάποιος, εάν πάντα έτσι ήταν, εάν η λογοτεχνία πορευόταν πάντα μέσα σε κλίμα αδιάφορο ή και εχθρικό, τότε τι προσπαθεί να παραστήσει τούτη η προσπάθεια, αυτό το μικρό, ασήμαντο και πρωτόγονο περιοδικό; Τέτοιες απόπειρες υπάρχουν πολλές έντυπες και ψηφιακές - πάλι θ’ ακούσωμε κλαυθμούς και οδυρμούς για την λογοτεχνία που χάνεται, για την ποίηση που χειμάζει, για το πνεύμα που κακοποιείται; Υπάρχει μία έντονη, (δηλαδή πολύ σημαντική), ποιοτική διαφορά στο πνευματικό τοπίο τις τελευταίες δεκαετίες που επιβάλλει περισσότερο από ποτέ την κατάθεση γνώμης, τη σύγκρουση με το ευτελές ή, (για να το γράψω με τρόπο θετικό), την ανάδειξη αξιών και ποιοτήτων σε πεζογραφία και ποίηση. Είναι μια διαφορά που καλύπτει πλέον τρεις και περισσότερες γενιές και γι αυτό παύει να αποτελεί φαινόμενο συγκυριακό, ξεκινά να αποκτά χαρακτηριστικά διαχρονικά που αυτόματα κληροδοτούνται στο αναγνωστικό και βιβλιόφιλο σώμα. Ας τη βαπτίσουμε αυτή τη διαφορά, επιτέλους ας την ονοματίσουμε: με βηματισμό αργό αλλά σταθερό η μη λογοτεχνία έχει πετύχει εκείνο που από την αρχή επιδίωκε, να πείσει δηλαδή για την αξία της, να περάσει το προσωπείο για πρόσωπο γνήσιο, να παραστήσει πως προωθεί εκείνο που κακοποιεί, να γίνει χαλίφης στη θέση του χαλίφη με τις ευλογίες του πλήθους. 6

[close]

p. 7

Παρόλα αυτά, η ανάδειξη της άξιας λογοτεχνίας δεν ήταν ποτέ υπόθεση των άλλων, αλλά πρωτίστως εκείνων πού διατείνονται πώς την υπηρετούν, αγωνίζονται για την ανάδειξή της, προσπαθούν να την τραβήξουν έξω από τα υπόγεια όπου συνήθως κείται μοναχή και αποκαρδιωμένη. Για δεκαετίες ολόκληρες στην Ελλάδα, όσοι διαθέτουν άποψη, κρίση και σκέψη, απλώς αμύνονται, παραχωρούν χώρο στο ασήμαντο, υποκύπτουν στον φόβο της πλειονότητας, των πολλών, τού πλήθους, λιγοψυχούν μπροστά στην απομόνωση πού επιφέρει η διαφορά από την ομοιόμορφη μάζα. Αν υπάρχει μια κόκκινη κλωστή που διαπερνά τις επόμενες σελίδες είναι το ακριβώς αντίθετο, η δύναμη δηλαδή πού μπορεί να έχει η συνείδηση, το ξέχωρο πρόσωπο, ο αδιάκοπος πνευματικός κόπος, η ατομική κρίση και άποψη. Αλλά ας επιστρέψω στη λογοτεχνία, (ιδιαιτέρως στην ποίηση), και στο μικρό αυτό περιοδικό που διαβάζετε ετούτη τη στιγμή. Εδώ δεν υπάρχει επίσημη συντακτική ομάδα, επίσημη άποψη, επίσημη γλώσσα. Μόνο ένα πλήθος συνεργατών με κάποια κοινά κριτήρια ποιότητας, (θα τα δείτε έμμεσα να ξεδιπλώνονται σε άλλες σελίδες…), - καμία αυταπάτη για την εμβέλεια της προσπάθειας, καμιά μεγαλομανία για δήθεν παρεμβάσεις και τομές που θα επηρεάσουν το πνευματικό τοπίο. Οι περισσότεροι είμαστε απαισιόδοξοι, κάποιοι λιγότεροι, άλλοι περισσότερο, μα δεν είναι εκείνο που έχει σημασία, καθώς η κίνηση αυτή έχει περισσότερο συμβολική σημασία. Όλοι μας έχουμε τις εργασίες μας, (κάποιοι πάλι και όχι…), τα προβλήματά μας, κάποιες προτιμήσεις ανάμεσα στις ποιότητες που μελετούμε. Κανείς μας δεν αγαπά τη γκρίνια, την άγονη νοσταλγία (για τι πράγμα άραγε;), τη διαφωνία για την ίδια την απόλαυση της διαφωνίας. Όλοι όμως εκτιμούμε τον χρόνο που έχουμε κερδίσει. Τον κόπο που χρειάζεται για να αποτολμήσεις το τέλειο κι ας ξέρεις πως δεν θα το πετύχεις ποτέ. Την αισθητική και νοητική απόλαυση που μπορεί να δώσει ένα γνήσιο κείμενο και ιδίως τις πολλαπλές αναγνώσεις –σχεδόν μόνιμο χαρακτηριστικό της άξιας λογοτεχνίας σε κάθε μορφή. Και κυρίως: Με τον τρόπο του ο καθένας είναι συνήθως αναρχικός, με την έννοια πως δεν αναγνωρίζει καμία άλλη αρχή πέρα από τη συνείδησή του, τη σκέψη του και τη θέλησή του. Δεν παύουμε βεβαίως να είμαστε υποκείμενοι στην εμπειρία και στη γνώση μας –γι αυτό και κάθε κείμενο εκφράζει τον γράφοντα και μόνο αυτόν. Η αναρχία σαν στάση ζωής οδηγεί και την αντίδραση στο μέτριο, στο ψεύτικο, στο εύκολο. Ο καθείς μας κουβαλά μια προσωπική βιβλιοθήκη αυστηρά επιλεγμένη και την καταθέτει χωρίς καμία απαίτηση αποδοχής. Αυτό είναι και το νόημα του τίτλου στο κείμενο: Η γλώσσα και η λογοτεχνία δεν παθαίνουν ποτέ τίποτε από εκείνους που τις κα- κοποιούν, διατηρούν πάντοτε τον πλούτο τους, παρθενικά εδάφη για όποιον θέλει από την αρχή να εντρυφήσει. Γράφω τούτες τις γραμμές μέσα σε πανδαιμόνιο – είναι ο δημιουργικός πυρετός νέων αλλά και μεγαλύτερων που προσπαθούν να σελιδοποιήσουν, να επιλέξουν, να συγγράψουν. Στην ανακοίνωση και μόνο του περιοδικού κείμενα βγήκαν από τα συρτάρια, βιβλία ξεσκονίστηκαν, παλαιοπωλεία στέναξαν. Φίλοι, μα και άγνωστοι, έστειλαν συνεργασίες, τούς ευχαριστούμε γι αυτό και ζητάμε να μας συγχωρήσουν αν τα κριτήριά μας για τη λογοτεχνία εμπόδισαν τη δημοσίευση. Ας επιχειρήσουν ξανά και να θυμούνται ότι οι κρίσεις μας είναι υποκειμενικές και δεν διεκδικούν το αλάθητο, πολλές φορές αποτυγχάνουν οικτρά. Ο Τάκης γράφει τα απαντητικά μηνύματα, κάθε χειρόγραφο που έρχεται είναι τιμητικό για μας, κάθε χειρόγραφο παίρνει την απάντησή του και μια κάποια αξιολογική κρίση. Ο Γιώργος αρχειοθετεί τις συνεργασίες γεμάτες από σημειώσεις και προτάσεις. Η Anabelle έχει βαλθεί να έβρει χωρία αρχαίων κειμένων για κάποια άρθρα, πίσω της βουίζει 7

[close]

p. 8

ολόκληρη ομάδα ξένων φοιτητών της ελληνικής. Η Simone προσπαθεί να πείσει ιστότοπους για την δημοσίευση, ήρθε από πολύ μακριά για να προσφέρει. Κόσμος πάει και έρχεται, είναι ο πυρετός μιας παρέας που προσπαθεί να έβρει μια νησίδα, ένα όνειρο που θα σκλαβώσει τον ελεύθερο χρόνο τους… Ειλικρινά δεν έχω ιδέα εάν βρεθούν κάποιοι με υπομονή μεγάλη να διαβάσουν τα πολλά και μεγάλα σε μέγεθος κείμενα, δεν γνωρίζω εάν θα βρεθούν φιλόξενοι χώροι για να στεγάσουν τούτη την προσπάθεια, αγνοώ παντελώς εάν όλη αυτή η φασαρία θα σηκώσει έστω και την ελάχιστη σκόνη σε ένα άνυδρο λογοτεχνικά τοπίο. Δεν τα ξέρω όλα αυτά και για να είμαι ειλικρινής δεν μ΄ενδιαφέρουν και καθόλου. Προσπαθούμε απλώς να υπερασπιστούμε μια ποιότητα κειμένου πού την πιστεύουμε κρυμμένη κάτω από το ανούσιο, υποτιμημένη από το αναγνωστικό κοινό, αποσυνάγωγη, σχεδόν θνήσκουσα.. Η γλώσσα είναι ενιαία και γι΄αυτό πολύχρωμη, στα κείμενα πού ακολουθούν θα διαπιστώσετε ποικίλες προτιμήσεις. Κάποια ποιήματα σε πολυτονικό, ενδιάμεσες αποχρώσεις τονισμού σε εγκλιτικά και άλλα, διατήρηση του τελικού ν ακόμη και εκεί πού κανονικά αποκόπτεται, λέξεις αποτέλεσμα ματαιόδοξης γλωσσοπλαστικής προσπάθειας. Επίσης αποφεύγουμε την βαρύγδουπη, (και πολλές φορές αδόκιμη) ορολογία, επιλέγοντας περιφραστικές περιγραφές για την καλύτερη επικοινωνία του αναγνώστη με το κείμενο. Ξεκινούμε κυρίως με ελληνική λογοτεχνία, στο μέλλον η μεταφρασμένη θα καταλάβει περισσότερο χώρο. Ευχαριστώ ιδιαιτέρως τον Μιχάλη τον Ραδηνό για το ποίημα πού έγραψε πάνω στο περιοδικό και το παραθέτω αμέσως μετά. Σε κάποιους μπορεί να φανεί βλάσφημο γι αυτήν την προσπάθεια, μα εγώ καλά γνωρίζω πώς είναι ο δικός του τρόπος για να εκφράσει μια θυμωμένη και πάντα θλιμμένη τρυφερότητα.. Ο καιρός είναι άγριος, ο ουρανός νεφοσκεπής, στα πέλαγα η θάλασσα ανήσυχη.. Ας έχωμε λοιπόν ένα καλό και αρκούντως τρικυμιώδες ταξίδι.. 8

[close]

p. 9

Ποίηση Σκύβει ο γραφιάς στα παλιόχαρτα, ολημερίς ανασαίνει την σκόνη και την βρώμα Διαβάζει, γράφει, σκίζει, μονολογείκάτι νομίζει ότι πλάθει, κάτι νομίζει πως αφήνει σε τούτο τον παλιότοπο σε μυαλά γεμάτα από σφηνάκια σε μυαλά παρκαρισμένα στο μανχάταναυλή, κήπος, σκύλος και γκόμενα ξανθιά δίχως αίμα και σφυγμό Έϊ! γραφιά, άϊ! Μάνο της αυταπάτης! Πόσα χρόνια μελετάς την γαλλική επανάσταση; Θυμάσαι τούς αποκεφαλισμένους; Το ηλίθιο κεφάλι τους πώς χοροπηδούσε ριγμένο στην κοπριά της γκιλοτίνας; Η ποίηση έτσι χοροπηδά στους αιώνες, σαν κεφάλι γελωτοποιού κομμένο στην λεπίδα, σαν τόπι βουτηγμένο στα σκατά Έϊ! γραφιά! όσο κυνηγάς την ηλίθια μπάλα κοίτα και λίγο πίσω Τ’ ακέφαλα κορμιά χειροκροτούν σαν μηχανάκια κουρδιστά, δεν έχουν πια μάτια, δεν σε βλέπουν καημένε, είναι και κουφά.. Α! την έπιασες την μπάλα επιτέλους; Βλαμμένε.. Δίχως γήπεδο θέλω να ιδώ τι θα το κάμεις αυτό το κωλοτόπι.. (Μιχάλης Ραδηνός, ποίημα ανέκδοτο, αποκλειστικά για την «χίμαιρα») 9

[close]

p. 10

Για τις σχολές δημιουργικής γραφής τής Άννας Καραντώνη Κ (ευφημισμός, από λεξ. Μπαμπινιώτη: σχήμα λόγου κατά το οποίο χρησιμοποιείται λέξη με θετική σημασία για να αποφευχθεί αναφορά σε λέξη δυσοίωνη ή απαγορευμένη). άθε κίνηση στην εκπαίδευση, (για να το πούμε καλύτερα: κάθε μόδα στην εκπαίδευση), προϋποθέτει ένα σχετικά μακρύ χρονικό διάστημα προετοιμασίας μέσα στην κοινωνία, μια παγίωση αντιλήψεων και εν τέλει την σιωπηλή ή μή αποδοχή τους. Αρκετό καιρό πριν από την εμφάνιση των σχολών γραφής, η εκπαιδευτική και λογοτεχνική κοινότητα σιώπησε, ( γιατί άραγε;), μπροστά στην μετονομασία (από συγκεκριμένους εκδότες), του ξύλινου λόγου και την άτεχνης γραφής σε λογοτεχνία. Συγγραφείς, γοητευμένοι από την άνοδό τους στις λίστες των ευπώλητων, παράτησαν τα μικρά βιβλιοπωλεία και τα παραδοσιακά λογοτεχνικά στέκια και έγιναν μόνιμοι θαμώνες των μεγάλων αλυσίδων, (όπου βεβαίως τα πρώτα τους βιβλία, εκείνα με λογοτεχνική αξία, έλαμπαν δια της απουσίας τους σαν μην εμπορικά). Μεγαλοσχήμονες κριτικοί βιβλίου, (πρώτος και καλύτερος εκείνος του συγκροτήματος), έγραφαν ύμνους παραμονές της έλευσης της Fnac στην Ελλάδα – ο συγκεκριμένος μάλιστα δεν παρέλειψε να περάσει γενεές δεκατέσσερις τους μικρούς βιβλιοπώλες για την άγνοια και την προχειρότητά τους, (ο λαλίστατος βέβαια δεν βρήκε μια κουβέντα να γράψει όταν η γαλλική αλυσίδα τα μάζεψε και έφυγε νύχτα). Ένας θηριώδης μηχανισμός επέβαλε το άρλεκιν και τα πιο ανόητα και βαρετά κείμενα, ως λογοτεχνία αξιώσεων 10

[close]

p. 11

και βέβαια ελάχιστη αντίσταση συνάντησε – το πλήθος αποδέχεται χωρίς δεύτερη κουβέντα ό,τι κολακεύει την ευκολία του και την παθητικότητά του. Οι πάσης φύσεως ατάλαντοι αμέσως αναθάρρησαν: εάν η κυρία Μαριγούλα μπορεί να γράψει ένα βιβλίο και να πλουτίσει από αυτό, γιατί όχι κι εγώ; Κι αυτή ήταν μια απορία απόλυτα φυσική. Καθηγητές στα σχολειά, ιδιαίτερα εκείνοι που αρέσκονται να λογίζονται «φίλοι» των μαθητών τους, ένοιωσαν την ανάγκη να εκμοντερνιστούν και ξεκίνησαν να καλούν τους συγγραφείς των ευπώλητων για παρουσιάσεις. Άξαφνα, βιβλία που παλιότερα διαβάζονταν για πλάκα ή αποτελούσαν το ανέκδοτο της παρέας, βρέθηκαν να υποστηρίζονται από θηριώδεις διαφημιστικές καμπάνιες, προωθητικές παρουσιάσεις σε όλα τα μέσα επικοινωνίας, βομβαρδισμό παρουσιάσεων από «τις μεγάλες αλυσίδες πολιτισμού». Αυτό ήταν. Το τοπίο, (με τη συνδρομή βεβαίως χιλιάδων άλλων μικρών ή μεγαλύτερων παραγόντων), είχε καταλλήλως διαμορφωθεί. Το επόμενο βήμα ήταν αναμενόμενο. Συγγραφείς με πενιχρά εισοδήματα, (όπως κάποτε οι δημοσιογράφοι), είδαν τις μετοχές τους να ανεβαίνουν σε ΙΕΚ και πάσης φύσεως σχολές, (όπως επίσης κάποτε οι δημοσιογράφοι), φιλόλογοι που έψαχναν να αυξήσουν τις αποδοχές τους έστησαν και από ένα εργαστήρι, η τηλεοπτική εικόνα του best seller είχε ριζώσει για τα καλά και πλήθη συγγραφέων ξεκίνησαν το μακρύ ταξίδι προς τη δόξα και το χρήμα (αυτό το τελευταίο έχει εκλείψει τελευταία, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία πού σχετίζεται με τους εκδοτικούς οίκους). Ας δούμε λίγο τώρα το ζήτημα στην ουσία του κι ας ξεκινήσουμε από τα λιγότερο σημαντικά. Αναρωτιόμουν πάντοτε: τι σημαίνει δημιουργική γραφή; (πέρα από την αυτόματη μετάφραση του αγγλικού όρου). Ποιος είναι ο εκπαιδευτικός ορισμός της; Ακριβώς εδώ λοιπόν έχουμε τον πρώτο ευφημισμό, (εδώ η λέξη είναι κάπως αδόκιμη στην στενή της ερμηνεία, αλλά τη χρησιμοποιώ με μια ευρύτερη έννοια, εκείνη της συγκάλυψης, της υπεκφυγής). Όλοι αυτοί οι κύριοι και κυρίες αυτών των σχολών πού ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια στα πιο απίθανα μέρη, εκείνο που πραγματικά θα ήθελαν να βροντοφωνάξουν ήταν το: «προσέλθετε, η σχολή μας είναι σχολή λογοτεχνικής γραφής», αλλά φαίνεται πως κάποια προσχήματα απέμειναν ακόμη και η λέξη λογοτεχνία συνήθως αποφεύγεται. Όμως με τρόπο υπαινικτικό άλλοτε, κάποτε άμεσα, το εννοούν σε κάθε συνέντευξη, σε κάθε δήλωση, σε κάθε διαφήμιση. Ξέρουν πως στη συνείδηση του παιδιού που πάει να πληρώσει τα δίδακτρα ο όρος «δημιουργική γραφή» έχει πλέον ταυτιστεί με την λογοτεχνική, το ξέρουν όλοι στους διαδρόμους κι ας το αρνούνται οι καθηγητές στην αίθουσα, «εδώ είμαστε για να μάθουμε να γράφουμε βιβλία που μπορούν να γίνουν μεγάλες επιτυχίες». Όμως, για να μην είμαι άδικη, ας δούμε το επιχείρημα των πιο καλοπροαίρετων από εκείνους που διδάσκουν «δημιουργική γραφή». Μεταφέρω ένα απόσπασμα από συζήτηση που είχαμε για το θέμα με ένα φιλόλογο, κατά τα άλλα συμπαθή και πολλές φορές άξιο στις κρίσεις του. «Δεν ισχυρίζομαι ποτέ στους μαθητές μου πως έχω τη δυνατότητα να γεννήσω ένα μεγάλο συγγραφέα, να ξυπνήσω ένα μοναδικό ταλέντο ή να δώσω μια έτοιμη συνταγή για τη συγγραφική επιτυχία. Εκείνο που παρουσιάζω είναι λογοτεχνικές τάσεις και ρεύματα, συζητούμε για τα κινήματα στη λογοτεχνία όπως αυτά αποτυπώνονται στα κείμενα, εμβαθύνουμε στην ουσία τους, αλλά και στα περικείμενα – από τα σημεία στίξης έως και το ρυθμό ή την μετρική στην ποίηση. Επιπλέον ενθαρρύνω τα παιδιά να τολμήσουν συγγραφή κειμένου, να δούμε την προσπάθειά τους μέσα σε κοινό, να εντοπίσουμε τα αφηγηματικά ή άλλα προβλήματα, να καταλάβουν τις αδυναμίες και τα κενά τους…» 11

[close]

p. 12

Προσέξτε το απόσπασμα και ας μου πει κάποιος (γιατί εγώ δύσκολα αντιλαμβάνομαι τη διαφορά), πού διαφέρουν αυτές οι προθέσεις από κείνες που αρχικά θα πρέπει να έχει οποιαδήποτε έδρα στη φιλοσοφική σχολή. Και αν ο σκοπός είναι στο τέλος τέλος να εντρυφήσουν τα παιδιά σε λογοτεχνικές σπουδές, γιατί δεν τα ενθαρρύνουμε να ακολουθήσουν μια ολοκληρωμένη πανεπιστημιακή εκπαίδευση, παρά απομονώνουμε το κομμάτι που τα γοητεύει, εκείνο της συγγραφής; Θα πει κάποιος: μα γιατί μένεις στα λόγια ενός και μόνο καθηγητή, εδώ ολόκληρο πανεπιστήμιο έχει δημιουργήσει πρόγραμμα δημιουργικής γραφής. Πολύ καλά, ας δούμε πως παρουσιάζεται το πρόγραμμα αυτό στην ιστοσελίδα τους: «Το Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα «Δημιουργική Γραφή» του Τμήματος Νηπιαγωγών του Πα- νεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, μοναδικό στην Ελλάδα, λειτουργεί με έδρα τη Φλώρινα από το ακαδημαϊκό έτος 2008-2009. Οι διδάσκοντες στο Πρόγραμμα είναι μέλη Δ.Ε.Π ελληνικών Πανεπιστημίων, ομότιμοι καθηγητές, επισκέπτες καθηγητές, ειδικοί επιστήμονες, δόκιμοι και γνωστοί συγγραφείς, ποιητές, στιχουργοί, σεναριογράφοι και προσωπικότητες διεθνούς κύρους, οι οποίοι διαθέτουν εξειδικευμένες γνώσεις ή εμπειρία στο αντικείμενο». Αυτό βέβαια δεν είναι παρουσίαση από έναν επιστημονικό οργανισμό, περισσότερο θυμίζει διαφήμιση ιδιωτικού εκπαιδευτηρίου, ο συντάκτης μάλλον το καταλαβαίνει, νοιώθει την ανάγκη βέβαια τής προσπάθειας να ορίσει το αντικείμενο, το περιεχόμενο, το σκοπούμενο και γράφει τα παρακάτω: «Σκοπός του Προγράμματος είναι η παροχή ενός κατάλληλου επιστημονικού και δημιουργι- κού περιβάλλοντος για την προώθηση της Δημιουργικής Γραφής, καθώς και η κατάρτιση επιστημόνων-ερευνητών στον χώρο των Ανθρωπιστικών Σπουδών και των Επιστημών της Αγωγής. Κι αυτό γιατί η διδασκαλία της Δ.Γ. πολύ συχνά εμπλέκει δύο αλληλοσυμπληρούμενα στοιχεία: την πράξη του να γράψεις (δημιουργικά) και την πράξη να σκεφτείς κριτικά την πράξη της γραφής και τα αποτελέσματά της. Οι φοιτητές του αποκτούν θεωρητικό και εμπειρικό υπόβαθρο στον κλάδο, αλλά και τις δεξιότητες που τους καθιστούν ικανούς να απασχοληθούν σε διάφορα επαγγελματικά και ερευνητικά πεδία που συνδέονται με την εκπαίδευση, όπως και με τις ανάγκες της πολιτισμικής αγοράς ευρύτερα. Παράλληλα προς την ερευνητική του αποστολή, το Π.Μ.Σ. αποβλέπει και στην κατάρτιση και εξειδίκευση στελεχών της εκπαίδευσης στην ανάπτυξη προγραμμάτων διδασκαλίας της λογοτεχνίας και της δημιουργικής παραγωγής του ελληνικού λόγου.». Όποιος κατάλαβε ας διαφωτίσει και μένα την πτωχή. Τέτοιο συντακτικό και εννοιολογικό αλαλούμ (συγχωρέστε μου την κακόγουστη έκφραση) δύσκολα βρίσκει κανείς και πάντως όχι σε κείμενο πανεπιστημιακού ιδρύματος. Αφήνω την πρώτη πρόταση που περιέχει το ζητούμενο ως αξίωμα, τη δημιουργική γραφή ως όρο αποδεκτό και ερμηνευόμενο από όλους με τον ίδιο τρόπο και διαβάζω παρακάτω: «οι φοιτητές αποκτούν θεωρητικό και εμπειρικό (;) υπόβαθρο στον κλάδο…». Κλάδο; Ποιον κλάδο; Πότε φύτρωσε αυτός ο κλάδος και δεν το πήραμε χαμπάρι εμείς οι αποσυνάγωγοι; Όμως όλη η πονηρία, όλα εκείνο το ιστορικό που αναφέραμε παραπάνω, το κλείσιμο του ματιού στους υποψήφιους συγγραφείς, βρίσκεται στην εξής φοβερή φράση: «…δεξιότητες που τους καθιστούν ικανούς να απασχοληθούν σε διάφορα επαγγελματικά και ερευνητικά πεδία που συνδέονται 12

[close]

p. 13

με την εκπαίδευση, όπως και με τις ανάγκες της πολιτισμικής αγοράς ευρύτερα». Εντάξει, τώρα το κατάλαβα, απλά δεν είχα αντιληφθεί πως όλη η φασαρία γίνεται για την πολιτιστική αγορά και τις ανάγκες της. Pardon για την παρανόηση. Μωρέ είστε σοβαροί; που θάλεγε και ο Τασάκος. Ολόκληρο πανεπιστημιακό ίδρυμα, που αν μη τι άλλο οφείλει να είναι ιδιαίτερα σχολαστικό στην επιστημοσύνη του και την προσφορά του, στήνει στην ουσία ένα ιδιωτικό ΙΕΚ, πετάει και μια παράγραφο υπαινικτική του λαμπρού μέλλοντος και κατά τα άλλα προσφέρει εκπαιδευτικές υπηρεσίες; Δεν ασχολούμαι καθόλου με τα δίδακτρα, δεν ασχολούμαι καθόλου με την επιλογή των συνεργατών – εκεί θα είχαμε να πούμε πολλά, μα έτσι θα παρεκκλίναμε από τη ουσία και θα πέφταμε σε απλό κουτσομπολιό. Επειδή ακριβώς δεν είμαστε μόνο της γκρίνιας και της κριτικής, ας σοβαρευτούμε και ας δούμε την πραγματική, την αληθινή διαδικασία που οδηγεί στη συγγραφή με αξία, με βάθος, με γνησιότητα. Δεν υπάρχει φυσικά ένας δρόμος, μία συγκεκριμένη μέθοδος ή οδηγίες χρήσης – υπάρχουν όμως προϋποθέσεις. Όταν διαβάσετε σε άλλες σελίδες το άρθρο για τις προσωπικές βιβλιοθήκες, εύκολα θα αντιληφθείτε πως η άξια συγγραφή προϋποθέτει σχεδόν πάντα την αδιάκοπη ανάγνωση, ανάλυση και μελέτη των πιο καλών, των πιο σημαντικών κειμένων της ελληνικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας. Κατά την προσωπική μου γνώμη απαραίτητη είναι η ανάγνωση ακόμη και των μετρίων, πολλές φορές ακόμη και της μη λογοτεχνίας. Είναι μια διαδικασία πολλές φορές επίπονη – κάποιος ξεκινά να κολυμπά σε έναν ωκεανό, μα όταν επιμείνει θα καταλήξει σε μια μικρή λίμνη με τα πιο διάφανα, τα πιο λάγαρα νερά. Η σημασία της ανάγνωσης εύκολα αποδεικνύεται και σε όποιον μελετήσει λίγο παραπάνω το γλωσσικό και λογοτεχνικό αποτύπωμα προηγούμενων γενεών που βίωσαν ένα εκπαιδευτικό σύστημα αναχρονιστικό, αυταρχικό, ελάχιστα παιδευτικό και γι αυτό εναπόθεσαν την γνώση τους στο εξωσχολικό, στο ελεύθερο κείμενο, στα λογοτεχνικά ρεύματα. Όταν διαβάσεις, αποδεχθείς, απορρίψεις, κρίνεις, συγκρίνεις – τότε και μόνο τότε το μέταλλο που υπάρχει μέσα σου μπορεί να αρχίσει να παίρνει μορφή, να γίνεται αιχμηρό, να αποκτήσει το δικό του σχήμα που κάποτε μπορεί να αποτυπωθεί και στο χαρτί. Λέει κάπου ο Ελύτης το εξής εξαιρετικό: «Tα παιδικά μου χρόνια είναι γεμάτα καλαμιές. Ξόδε- ψα πολύ άνεμο για να μεγαλώσω. Μόνον έτσι όμως έμαθα να ξεχωρίζω τούς πιο ανεπαίσθητους συριγμούς και να ακριβολογώ τα μυστήρια όπου άλλο πράγμα είναι η αγάπη και άλλο πράγμα ο έρωτας. Άλλο η επιθυμία και άλλο η λαχτάρα. Άλλο η πίκρα και άλλο το μαράζι. Άλλο τα σπλάχνα κι άλλο τα σωθικά». Ποιοι είναι αυτοί οι ανεπαίσθητοι συριγμοί; Μα τι άλλο από τις αποχρώσεις των εννοιών, από τον πλούτο των συνώνυμων, έτι δε και των ομόηχων, η ικανότητα της ακριβολογίας στην έκφραση συναισθημάτων; Ελάχιστοι άνθρωποι αντιλαμβάνονται πως σκέπτονται με βάση τον γλωσσικό τους πλούτο, όσο πιο περιορισμένος, όσο πιο φτωχός, όσο πιο γενικός, τόσο φτωχότερη η σκέψη, η συνθετική ικανότητα, η λογοτεχνική έκφραση. Αυτές οι αρμονικές της γλώσσας (για να δανειστούμε μουσικό όρο), δεν διδάσκονται παρά κλέβονται μέσα από κείμενα πάσης φύσεως, ακόμη και πάσης αξίας. Απέναντι σ αυτή τη διαδικασία οι σχολές δημιουργικής γραφής κλείνουν το μάτι στην ευκολία και στην ουσία «κόβουν δρόμο». Γιατί να περιμένει κάποιος την αφομοίωση του πλούτου τών κειμένων, όταν μπορεί να διαβάσει την ουσία τους σε λίγες φωτοτυπημένες αράδες; Γιατί να διαβάσει 13

[close]

p. 14

σελίδες επί σελίδων για να καταλάβει τι σημαίνει υπερρεαλισμός, όταν με έναν ορισμό της κακιάς ώρας και των πέντε γραμμών μπορεί να απομνημονεύσει το ζητούμενο και να καταστεί πλέον επαΐων; Με τον ίδιο τρόπο που η δημοσιογραφία μέσα από σχολές ταυτίστηκε με τα ιδιωτικά κανάλια και εξυπηρέτησε τις ανάγκες τους και την δική τους άποψη για τον δημόσιο λόγο, έτσι και οι σ.δ.γ ευθυγραμμίζονται απόλυτα με τις ανάγκες της «πολιτιστικής αγοράς», συγκεκριμένων εκδοτών και μεγάλων βιβλιοπωλείων. Γιατί, ακόμη και αν δεχθούμε τον όρο δημιουργική γραφή και πως αυτός διδάσκεται, ποια είναι άραγε τα κριτήρια; Ποια πρότυπα χρησιμοποιούνται, ποια υποδείγματα αφηγηματικών τεχνικών; Του Ντοστογιέφσκι; Του Θεοτόκη; Της Μαντά; Ποιος κτίζει αυτά τα κουτάκια και ποιες είναι αυτές οι σπουδαίες προσωπικότητες που υπόσχεται το πανεπιστήμιο Μακεδονίας στον κύκλο προγραμμάτων του; Μια γρήγορη ανάγνωση των ονομάτων αποδεικνύει την ευκολία, αλλά κυρίως και την κατεύθυνση. Πίσω από όλο αυτό το σκηνικό υπάρχουν πάντα οι σειρήνες της ευκολίας, των γρήγορων σπουδών, ο εξοβελισμός του βάθους και της ουσίας. Ο σκοπός είναι: πιο γρήγορα, πιο λαχανιασμένα, πιο κερδοφόρα. Με το μάτι στον αναγνώστη που είναι αδηφάγος και μένει πάντα ανικανοποίητος, γιατί τα κείμενα που διαβάζει είναι όλα ίδια, δεν εξελίσσονται, δεν βαθαίνουν, δεν βουτάνε ποτέ σε βαθιά νερά. Μα δείτε το και πρακτικά, δείτε το και εκ του αποτελέσματος. Βελτίωσαν οι σχολές δημοσιογραφίας τον δημόσιο λόγο; Πολλαπλασίασαν οι σ.δ.γ τις λογοτεχνικές αξίες, την ποικιλία έκφρασης, τις γλωσσικές ικανότητες; Σήμερα που το διαδίκτυο προσφέρει μια διέξοδο στο εκδοτικό αδιέξοδο, μπορούμε εύκολα να διαπιστώσουμε την τραγική φτώχεια του κειμένου, τον ανιαρό και ξύλινο μέχρι αυτοκτονίας λόγο, τις κοινοτοπίες που είχαμε να διαβάσουμε από τη γενιά των ρομαντικών ποιητών. 14

[close]

p. 15

*(σ.δ.γ: σχολές δημιουργικής γραφής) Η μασημένη τροφή είναι πάντα άοσμη, άγευστη και άνοστη. Πάει και πληρώνει κάποιος για να μάθει συντακτικό και ορθογραφία, όταν μία απίστευτη ποικιλία γραμματικής διατίθεται δωρεάν στο διαδίκτυο. Κάποτε για να βρούμε ένα λήμμα εγκυκλοπαιδικό περπατούσαμε χιλιόμετρα, σήμερα μεγάλες βιβλιοθήκες, πανεπιστημιακές διατριβές, ολόκληροι κύκλοι σπουδών από σοβαρά πανεπιστήμια του εξωτερικού είναι διαθέσιμα σε μια οθόνη. Κι όμως δεν το πατάμε το καταραμένο πλήκτρο, προτιμούμε τη λογοτεχνία σε δέκα απλά μαθήματα από τον κάθε «ταλαντούχο» και ο λόγος είναι απλός: Το πρώτο θέλει κόπο, ξενύχτι, μελέτη, μα το δεύτερο υπόσχεται αποτελέσματα, αποδοχή από το απαίδευτο πλήθος, αναγνώριση από τους άθλιους εμπόρους ελπίδας που ονοματίζουν την επιχείρησή τους εκδοτική. Αν το σημερινό λογοτεχνικό τοπίο σάς εκφράζει τότε πράγματι οι σ.δ.γ είναι ένα απαραίτητο σκαλοπάτι. Γιατί εκεί θα αποφύγετε την κούραση, θα την εξαγοράσετε με αρκετές χιλιάδες ευρώ και στα πίσω καθίσματα της αίθουσας αγρυπνούν πάντα τα μάτια των εκδοτών που ψάχνουν για τον επόμενο γλυκερό αφηγητή που ονειρεύεται αυτόγραφα και προβολή στα media. Εάν παρά ταύτα αναζητάτε ακόμη τα άξια, μη γελιέστε, είναι μπροστά σας, είναι δίπλα σας, πολλές φορές αόρατα και σκονισμένα. Στην περίπτωση αυτή οι σχολές ευκολίας και ανώδυνης γραφής απλά θα καθυστερήσουν την ανακάλυψή τους… § [ ] Είναι καιρός πιά να το πούμε πώς τούτο το ταξίδι θα βαστάξει πολύ, γιατί οι δρόμοι μας κλείστηκαν από τα πάθη πού προπορεύονται. Ταξιδεύουμε και πολεμάμε, χανόμαστε πολλοί μες στην προσπάθεια, κι άλλοι νοσταλγούμε ένα τέλος, γιατί σώθηκαν πια τα τρόφιμα της ψυχής κι ο ύπνος κρεμάστηκε στα βλέφαρά μας (Κρίτων Αθανασούλης, «Ταξίδι») 15

[close]

Comments

no comments yet